μύτη
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
μύτη¹
- ˈmi.ti
Where it comes from
μύτη < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μύτη
noun μύτη · μύτες · μύτης · μυτών
- όργανο που βρίσκεται στο πρόσωπο ανάμεσα στα χείλη και τα μάτια, προεξέχει από αυτό και έχει δύο εισόδους (τα ρουθούνια) που χρησιμεύουν στην αναπνοή και την όσφρηση
- το όργανο της όσφρησης στα θηλαστικά
- η ικανότητα της όσφρησης
- η ικανότητα να αντιλαμβάνεσαι Έχω μύτη εγώ, όλα τα καταλαβαίνω!
- προεξοχή, κορυφή, αιχμή
- η άκρη, το μπροστινό μέρος Περπατούσε στις μύτες των ποδιών. (με τα ακροδάχτυλα)
Μύτη²
Where it comes from
Μύτη < γενική ενικού του αρσενικού Μύτης
proper noun Μύτη · Μύτης · Myti
- γυναικείο επώνυμο
In English
Talk about this word "μύτη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8D%CF%84%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026. μύτη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8D%CF%84%CE%B7 "μύτη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8D%CF%84%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {μύτη},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8D%CF%84%CE%B7},
urldate = {2026-11-06}
}