μύτη

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

μύτη¹

  • ˈmi.ti

Where it comes from

μύτη < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική μύτη

noun μύτη · μύτες · μύτης · μυτών

  1. ανθρώπινο σώμα όργανο που βρίσκεται στο πρόσωπο ανάμεσα στα χείλη και τα μάτια, προεξέχει από αυτό και έχει δύο εισόδους (τα ρουθούνια) που χρησιμεύουν στην αναπνοή και την όσφρηση
  2. το όργανο της όσφρησης στα θηλαστικά
  3. η ικανότητα της όσφρησης
  4. figuratively, μεταφορικά η ικανότητα να αντιλαμβάνεσαι Έχω μύτη εγώ, όλα τα καταλαβαίνω!
  5. προεξοχή, κορυφή, αιχμή
  6. η άκρη, το μπροστινό μέρος Περπατούσε στις μύτες των ποδιών. (με τα ακροδάχτυλα)

Μύτη²

Where it comes from

Μύτη < γενική ενικού του αρσενικού Μύτης

proper noun Μύτη · Μύτης · Myti

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"μύτη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8D%CF%84%CE%B7. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

μύτη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8D%CF%84%CE%B7

Chicago

"μύτη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8D%CF%84%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {μύτη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BC%CF%8D%CF%84%CE%B7},
  urldate = {2026-11-06}
}