νάνος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
νάνος¹
- ˈna.nos
Where it comes from
νάνος < (κληρονομημένο) αρχαία ελληνική νᾶνος < (ηχομιμητική λέξη)
:* για τη βοτανική: < σημασιολογικό δάνειο από τη γαλλική nain
:* για την αστρονομία: < σημασιολογικό δάνειο από την αγγλική dwarf star ή γαλλική nain, étoile naine
noun νάνος · νάνοι · νάνου · νάνων · νάνο · νάνους
- άνθρωπος πολύ κοντός και μικρόσωμος σε σχέση με άλλα άτομα της ηλικίας του
- άτομο ανάξιο κι ασήμαντο στον τομέα στον οποία ανήκει
- φυτό με διαστάσεις πολύ μικρότερες από το συνηθισμένο
- ζώο μικρού σώματος που χρησιμοποιείται κυρίως ως πειραματόζωο
- λευκός νάνος ή άσπρος νάνος: αστέρας με σχετικά μικρό μέγεθος, αποτέλεσμα της έκρηξης αστέρα με μάζα λιγότερη από το οκταπλάσιο της μάζας του Ήλιου για πλανήτες, δείτε πλανήτης νάνος
- πλάσμα της φαντασίας που, υποτίθεται, ζει στα δάση, στα βουνά ή σε στοές κι έχει ιδιαίτερες τεχνικές ικανότητες, κυρίως, στην ξυλουργία και τη μεταλλουργία
Νάνος²
- ˈna.nos
Where it comes from
Νάνος < νάνος
proper noun Νάνος · Νάνοι · Νάνου · Νάνων · Νάνο · Νάνους
- ανδρικό επώνυμο
In English
- dwarf a being from folklore, underground-dwelling nature spirit
Talk about this word "νάνος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. νάνος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82 "νάνος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {νάνος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%AC%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}