νάρθηκας
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
νάρθηκας
- ˈnaɾ.θi.kas
Where it comes from
νάρθηκας < αρχαία ελληνική νάρθηξ
noun νάρθηκας · νάρθηκες · νάρθηκα · ναρθήκων
-
χώρος στην είσοδο των χριστιανικών ναών, ο οποίος στους πρωτοχριστιανικούς αιώνες προοριζόταν για τους κατηχούμενους
※ Ἐσωτερικά ὁ μακρόστενος χῶρος τοῦ νάρθηκα διαρθρώνεται μὲ ἀντικριστές παραστάδες σὲ μικρότερους χώρους στεγασμένους μὲ καμάρες καὶ τυφλοὺς τρούλλους (πίν. 2α), ποὺ διαδέχονται ὁ ἕνας τὸν ἄλλο μὲ ἄρρυθμη ποικιλία (Αγάπη Βασιλάκη-Καρακατσάνη, Οι τοιχογραφίες της Όμορφης Εκκλησίας στην Αθήνα, Χριστια
Similar: πρόναος
- μέσο για την ακινητοποίηση ενός άκρου που έχει υποστεί ελαφρό κάταγμα· συνήθως αποτελείται από γύψο που αγκαλιάζει τη μισή περίμετρο του σκέλους και δένεται με επίδεσμο ※ Είχε πέσει από το μηχανάκι του πατέρα του, που το είχε πάρει στα κρυφά για βόλτα, και είχε σπάσει χέρι και πόδι. Το χέρι το είχε σε νάρθηκα, αλλά το πόδι του είχε πάθει μεγάλο στραπάτσο και έπρεπε, λέει, να χειρουργηθεί. Θα του έβαζαν στο πόδι μια λάμα ή κάποιο άλλο μαραφέτι. (Μαρούλα Κλιάφα, Η ισ
In English
Talk about this word "νάρθηκας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B8%CE%B7%CE%BA%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. νάρθηκας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B8%CE%B7%CE%BA%CE%B1%CF%82 "νάρθηκας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B8%CE%B7%CE%BA%CE%B1%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {νάρθηκας},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%AC%CF%81%CE%B8%CE%B7%CE%BA%CE%B1%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}