νήμα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

νήμα

  • ˈni.ma

Where it comes from

νήμα < αρχαία ελληνική νῆμα < νήθω

noun νήμα · νήματα · νήματος · νημάτων

  1. ύφασμα η κλωστή
  2. λεπτό αντικείμενο που μοιάζει με κλωστή, αλλά δεν είναι ύφασμα ※ Οι ζύμες έπειτα διαμορφώνονται (π.χ. με εξώθηση και κοπή, με κυλίνδριση και κοπή, με πίεση, με χύσιμο σε καλούπια ή με συσσωμάτωση σε περιστρεφόμενα τύμπανα) σε ειδικές, προκαθορισμένες μορφές (όπως σωλήνες, ταινίες, νήματα, κοχύλια, χάντρες, κόκκοι, αστράκια, κόχες, γράμματα). (Δασμολογική κατάτα
  3. πληροφορική τα νήματα, τα προγράμματα που εκτελούνται παράλληλα και ανεξάρτητα Νήμα (υπολογιστές) στην Βικιπαίδεια

In English

  • thread long, thin and flexible form of material
  • yarn fiber strand for knitting or weaving

Talk about this word

Cite this
MLA

"νήμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%AE%CE%BC%CE%B1. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

νήμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%AE%CE%BC%CE%B1

Chicago

"νήμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%AE%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {νήμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%AE%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-06}
}