ميكوين

ναΐφ

Ελληνικά

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

ναΐφ

من أين أتت

ναΐφ < γαλλική naïf / naif < λατινική nativus < natus < nascor

صفة ναΐφ

  1. ζωγραφική που έχει δημιουργηθεί με απλοϊκό / παιδικό στιλ, με σκόπιμη απόρριψη εξελιγμένων τεχνικών
  2. ζωγραφική που αφορά ανεκπαίδευτο απλοϊκό ή απλό, λαϊκό και αυθόρμητο καλλιτέχνη
  3. broadly, figuratively, κατ’ επέκταση, μεταφορικά άνθρωπος απλοϊκός και ανεπιτήδευτος ή αφελής

اسم ναΐφ

  1. ζωγραφική είδος ζωγραφικής που έχει δημιουργηθεί με απλοϊκό / παιδικό στιλ, με σκόπιμη απόρριψη εξελιγμένων τεχνικών καθώς και τα σχετικά έργα τέχνης ※ Η ναΐφ είναι μια κατηγορία ζωγραφικής που χαρακτηρίζεται από μια παιδικού τύπου απλοϊκότητα, τόσο στην ύλη και το περιεχόμενο όσο και στην τεχνική. Οι εκπρόσωποί της δεν έχουν κάποια εκπαίδευση στο είδος και συνήθως ξεκινούν να καταπιάνονται με αυτή σε μεγαλύτερη ηλικία, αφού σταματήσουν να εργάζο

بالإنجليزية

  • naive (art) simple, childlike style

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"ναΐφ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B1%CE%90%CF%86. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ναΐφ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B1%CE%90%CF%86

Chicago

"ναΐφ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B1%CE%90%CF%86.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ναΐφ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B1%CE%90%CF%86},
  urldate = {2026-11-07}
}