ميكوين

ναρκισσισμός

Ελληνικά · المرادفات والأضداد

AI بكلمات بسيطة

جارٍ كتابة شرح قصير…

كتبه ذكاء الموقع الاصطناعي من المدخل أدناه، بلغتك. المدخل نفسه هو المصدر.

ναρκισσισμός

  • naɾ.ci.siˈzmos

من أين أتت

ναρκισσισμός < γαλλική narcissisme < αρχαία ελληνική Νάρκισσ(ος) + -ισμός

اسم ναρκισσισμός · ναρκισσισμοί · ναρκισσισμού · ναρκισσισμών · ναρκισσισμό · ναρκισσισμούς

  1. όταν ένα άτομο θεωρεί πως είναι καλύτερο από το σύνολο
  2. φιλοφρονεί τον εαυτό του συχνά
  3. ψυχιατρική η έλξη του ατόμου προς τον ίδιο του τον εαυτό

مشابه: αυτοθαυμασμός, αυταρέσκεια · عكسها: φιλαλληλία

المرادفات والأضداد

بالإنجليزية

تحدّث عن هذه الكلمة

استشهد بهذا
MLA

"ναρκισσισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ναρκισσισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82

Chicago

"ναρκισσισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ναρκισσισμός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B1%CF%81%CE%BA%CE%B9%CF%83%CF%83%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}