ναός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ναός¹
- naˈos
Where it comes from
ναός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ναός
noun ναός · ναοί · ναού · ναών · ναό · ναούς
- κτίριο / οικοδόμημα αφιερωμένο σε θρησκευτική λατρεία ※ Οι ναοί όπου κανείς θυσίαζε στους θεούς καταρρέουν. Ιεροποιημένοι οι θεοί, οι θεές, οι ήρωες, επιβιώνουν ακόμη χάρη στη φωνή των ποιητών. (Η ελληνική εμπειρία, εκδ. Νεφέλη, 2006, σελ. 28)
- ο χώρος ο οποίος θεωρείται σύμβολο μιας συγκεκριμένης κοινωνικής δραστηριότητας ναός της Θέμιδας (η έκφραση αναφέρεται σε δικαστήριο)
- ο χώρος όπου ασκείται ένα υψηλό λειτούργημα ναός της τέχνης (η έκφραση χρησιμοποιείται από ανθρώπους της τέχνης που πιστεύουν ότι επιτελούν υψηλό λειτούργημα)
Ναός²
- naˈos
Where it comes from
Ναός < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Ναός · Ναοί · Ναού · Ναών · Ναό · Ναούς
- ανδρικό επώνυμο
In English
Talk about this word "ναός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B1%CF%8C%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. ναός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B1%CF%8C%CF%82 "ναός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B1%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ναός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B1%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}