Μίκουιν

ναύλος

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

ναύλος

  • ˈna.vlos

Από πού έρχεται

ναύλος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική ναῦλος

ουσιαστικό ναύλος · ναύλοι · ναύλα · ναύλου · ναύλων

  1. ναυτικός όρος : το αντίτιμο της ναύλωσης πλοίου ※ Σε καθεστώς χαμηλών ναύλων τα πλοία δεν απέφεραν κέρδη, καθώς αντιμετώπιζαν υψηλό σταθερό κόστος, αποτέλεσμα των δανειακών τους υποχρεώσεων. (Γιάννης Θεοτοκάς, Τζελίνα Χαρλαύτη, Έλληνες εφοπλιστές και ναυτιλιακές επιχειρήσεις: οργάνωση, διοίκηση και στρατηγική, εκδ. Αλεξάνδρεια, 2007, σελ. 387)
  2. το αντίτιμο ναύλωσης αεροπλάνου ή άλλου πτητικού μέσου αν η ναύλωση αφορά κρατικό μέσο τότε το αντίτιμο - ναύλος μπορεί να είναι σε είδος, υπηρεσία, ή άλλο αντισταθμιστικό όφελος
  3. το χρηματικό ποσό που χρεώνει και εισπράττει ο μεταφορέας για να εκτελέσει μια μεταφορά επιβατών ή εμπορευμάτων

Στα αγγλικά

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"ναύλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ναύλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%82

Chicago

"ναύλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ναύλος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B1%CF%8D%CE%BB%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}