νεκρόφιλος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

νεκρόφιλος

  • neˈkro.fi.los

Where it comes from

νεκρόφιλος < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική nécrophile < nécrophilie < (αναδρομικός σχηματισμός) νεκροφιλ(ία) + -ος, μορφολογικά αναλύεται νεκρό- + -φιλος

adjective νεκρόφιλος · νεκρόφιλη · νεκρόφιλο · νεκρόφιλου · νεκρόφιλης

  1. για πρόσωπα που νιώθει σεξουαλική διέγερση από την επαφή με σώματα νεκρὠν ή γενικότερα από ό,τι έχει σχέση με το θάνατο
  2. που αναφέρεται σε αυτού του είδους τη σεξουαλική διαταραχή νεκρόφιλη επιθυμία

noun νεκρόφιλος · νεκρόφιλη · νεκρόφιλο · νεκρόφιλου · νεκρόφιλης

  1. εκείνος που νιώθει σεξουαλική διέγερση από την επαφή με σώματα νεκρὠν ή γενικότερα από ό,τι έχει σχέση με το θάνατο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"νεκρόφιλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

νεκρόφιλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%82

Chicago

"νεκρόφιλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {νεκρόφιλος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}