νεκρόφιλος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
νεκρόφιλος
- neˈkro.fi.los
Where it comes from
νεκρόφιλος < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική nécrophile < nécrophilie < (αναδρομικός σχηματισμός) νεκροφιλ(ία) + -ος, μορφολογικά αναλύεται νεκρό- + -φιλος
adjective νεκρόφιλος · νεκρόφιλη · νεκρόφιλο · νεκρόφιλου · νεκρόφιλης
- που νιώθει σεξουαλική διέγερση από την επαφή με σώματα νεκρὠν ή γενικότερα από ό,τι έχει σχέση με το θάνατο
- που αναφέρεται σε αυτού του είδους τη σεξουαλική διαταραχή νεκρόφιλη επιθυμία
noun νεκρόφιλος · νεκρόφιλη · νεκρόφιλο · νεκρόφιλου · νεκρόφιλης
- εκείνος που νιώθει σεξουαλική διέγερση από την επαφή με σώματα νεκρὠν ή γενικότερα από ό,τι έχει σχέση με το θάνατο
In English
- necrophiliac person who engages in necrophilia
Talk about this word "νεκρόφιλος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. νεκρόφιλος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%82 "νεκρόφιλος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {νεκρόφιλος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CE%BA%CF%81%CF%8C%CF%86%CE%B9%CE%BB%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}