Μίκουιν

νεολατινικά

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

νεολατινικά

Από πού έρχεται

νεολατινικά

: για το επίρρημα < νεολατινικ(ός) + -α

: για το ουσιαστικό < ουσιαστικοποιημένο ουδέτερο του επιθέτου νεολατινικός στον πληθυντικό

επίρρημα νεολατινικά · νεολατινικών

  1. στη νεολατινική γλώσσα

ουσιαστικό νεολατινικά · νεολατινικών

  1. γλώσσα η λατινική γλώσσα μετά τον μεσαίωνα έως και τη σύγχρονη εποχή. Περιλαμβάνει τα αναγεννησιακά λατινικά, εκκλησιαστικά λατινικά, τα νεότερα και σύγχρονα λατινικά που χρησιμοποιούνται συχνά για τη δημιουργία επιστημονικών όρων.

επίθετο νεολατινικά · νεολατινικών

  1. accusative, neuter, nominative, plural, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική πληθυντικού, ουδέτερου γένους του νεολατινικός

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"νεολατινικά." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

νεολατινικά. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC

Chicago

"νεολατινικά." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {νεολατινικά},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CE%BF%CE%BB%CE%B1%CF%84%CE%B9%CE%BD%CE%B9%CE%BA%CE%AC},
  urldate = {2026-11-07}
}