νεολογισμός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
νεολογισμός
Where it comes from
νεολογισμός < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική néologisme < αρχαία ελληνική νέος (νεο-) + λόγος + -ισμός
noun νεολογισμός · νεολογισμοί · νεολογισμού · νεολογισμών · νεολογισμό · νεολογισμούς
- κατά τον νεοκλασικισμό καινούργια λέξη που έχει εισαχθεί είτε ως συνθετική παλαιότερων στοιχείων (π.χ. εξατομικεύω, εξειδικεύω, ...), είτε ως δάνειο ξένης γλώσσας (π.χ. κοτολέτα, κομπιούτερ, ...)
- λέξη ή φράση που δημιουργήθηκε πρόσφατα ※ Σήμερα το φαινόμενο της νεολογίας μελετάται ενδελεχώς καθώς οι νεολογισμοί εμφανίζονται στην καθημερινή ζωή των ομιλητών όπως τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, στις σύγχρονες τεχνολογίες, στα τεχνικά λεξιλόγια κ.α.
In English
- neologism recently coined word
Talk about this word "νεολογισμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 5 Nov. 2026. νεολογισμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 5, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82 "νεολογισμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 5, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {νεολογισμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CE%BF%CE%BB%CE%BF%CE%B3%CE%B9%CF%83%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-05}
}