νεράιδα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

νεράιδα¹

  • neˈɾai̯.ða

Where it comes from

νεράιδα < μεσαιωνική ελληνική νεράιδα / ἀναράδα / ἀνεράιδα / νεράδα < αρχαία ελληνική Νηρηΐς (αιτιατική: Νηρηΐδα με τροπή του /i/ > /e/ πριν από /r/), κόρη του Νηρέα

noun νεράιδα · νεράιδες · νεράιδας · νεράιδων

  1. λαογραφία φανταστική μορφή της λαϊκής παράδοσης με μορφή όμορφης γυναίκας, συχνά με εξαιρετική φωνή, που ζει στη φύση, μακριά από τους ανθρώπους όπως και οι αρχαίες Νηρηίδες. Σ' αυτήν αποδίδονταν παθήματα των ανθρώπων που της άφηναν προσφορές για να την εξευμενίσουν
  2. figuratively, μεταφορικά γυναίκα με αιθέρια ομορφιά

Νεράιδα²

  • neˈɾa.i.ða

Where it comes from

Νεράιδα < νεράιδα / γενική ενικού του αρσενικού Νεράιδας

proper noun Νεράιδα · Νεράιδες · Νεράιδας · Νεράιδων

  1. γυναικείο όνομα
  2. γυναικείο επώνυμο άκλιτο (αρσενικό Νεράιδας)
  3. ονομασία οικισμών της Ελλάδας

In English

  • fairy mythical being
  • undine female water-sprite or nymph

Talk about this word

Cite this
MLA

"νεράιδα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%AC%CE%B9%CE%B4%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

νεράιδα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%AC%CE%B9%CE%B4%CE%B1

Chicago

"νεράιδα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%AC%CE%B9%CE%B4%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {νεράιδα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CF%81%CE%AC%CE%B9%CE%B4%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}