νεύρωση
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
νεύρωση
Where it comes from
νεύρωση < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική névrose < αρχαία ελληνική νεῦρ(ον) + -ose < -ωσις < -ωση.
: σημασία: διάταξη ινών φύλλων < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική nervure
noun νεύρωση · νευρώσεις · νεύρωσης · νευρώσεων
- παθολογική διαταραχή της ψυχικής κατάστασης που όμως δεν σχετίζεται με αλλοιώσεις ή παθήσεις του νευρικού συστήματος (δείτε ψύχωση). Εκδηλώνεται με ψυχοσωματικά συμπτώματα (εφίδρωση, ταχυπαλμία, αϋπνία, κ.λπ.)
- η διάταξη των ινών των φύλλων των φυτών
- κάθε διάταξη που μοιάζει με εκείνην των νεύρων
In English
Talk about this word "νεύρωση." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CF%8D%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026. νεύρωση. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CF%8D%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7 "νεύρωση." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CF%8D%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {νεύρωση},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B5%CF%8D%CF%81%CF%89%CF%83%CE%B7},
urldate = {2026-11-07}
}