Μίκουιν

νηστεία

Ελληνικά

AI Με απλά λόγια

Γράφεται μια σύντομη εξήγηση…

Γραμμένο από μια ΤΝ του σπιτιού με βάση το λήμμα παρακάτω, στη γλώσσα σου. Πηγή είναι το ίδιο το λήμμα.

νηστεία

  • niˈsti.a

Από πού έρχεται

νηστεία < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νηστεία (ελληνιστική σημασία) < νηστεύω < νη- + ἐσθίω

ουσιαστικό νηστεία · νηστείες · νηστείας · νηστειών

  1. εκούσια αποχή από τροφή νηστεία από κρέας
  2. θρησκεία αποχή από ορισμένα φαγητά σε προκαθορισμένες εποχές πέρασε όλη του τη ζωή με νηστεία και προσευχή
  3. broadly, κατ’ επέκταση το χρονικό διάστημα της νηστείας η νηστεία της Μεγάλης Εβδομάδας

Στα αγγλικά

  • fasting act or practice of abstaining from or eating very little food

Συζήτησε αυτή τη λέξη

Παραπομπή
MLA

"νηστεία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

νηστεία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1

Chicago

"νηστεία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {νηστεία},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B7%CF%83%CF%84%CE%B5%CE%AF%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}