νιπτήρας

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

νιπτήρας

Where it comes from

νιπτήρας < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νιπτήρ από την αιτιατική «τὸν νιπτῆρα» < νίπτω

noun νιπτήρας · νιπτήρες · νιπτήρα · νιπτήρων

  1. διάταξη στην οποία πέφτει νερό από τη βρύση και απομακρύνεται μέσω αποχέτευσης, με χρήση το πλύσιμο του προσώπου και των χεριών, απαραίτητος εξοπλισμός τουαλέτας / WC ※ Τόν περισσότερο χῶρο τόν πιάνανε δέματα καί κασόνια μέ βιβλία, ἡ μοναδική ἐπίπλωση ἦταν τό κρεβάτι, ἡ ντουλάπα, τό τραπέζι μέ δυό καρέκλες κι ὁ τσίγκινος νιπτῆρας. (Αλέξης Πάρνης, Λεωφόρος Πάστερνακ: μυθιστόρημα, βιβλιοπωλείο της Εστίας, Ι. Δ. Κολλάρου, 1987)

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"νιπτήρας." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B9%CF%80%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

νιπτήρας. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B9%CF%80%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82

Chicago

"νιπτήρας." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B9%CF%80%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {νιπτήρας},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B9%CF%80%CF%84%CE%AE%CF%81%CE%B1%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}