νιόπαντρος
Ελληνικά · מילים נרדפות והפכים
AI במילים פשוטות
כותב הסבר קצר…
נכתב על ידי הבינה המלאכותית של הבית מתוך הערך שלמטה, בשפה שלך. הערך עצמו הוא המקור.
νιόπαντρος
- ˈɲo.pan.dɾos
מאיפה זה בא
νιόπαντρος < νιο- + παντρειά + -ος
שם תואר νιόπαντρος · νιόπαντρη · νιόπαντρο · νιόπαντρου · νιόπαντρης
- που πρόσφατα παντρεύτηκε ※ Οι καλεσμένοι ρίχνουν ρύζι στο ζευγάρι για να ριζώσει η νέα οικογένεια. Με την εκφώνηση του παπά: «η δε γυνή ίνα φοβήται τον άνδρα», οι νιόπαντροι συναγωνίζονται ποιος θα πατήσει πρώτος το πόδι του άλλου, πράγμα που θα είναι σημάδι ότι αυτός θα υπερτερεί του άλλου στη μετέπειτα ζωή των νιόπαντρων.
דומה: νεόνυμφος, νεοπαντρεμένος
מילים נרדפות והפכים
שם תואר
דומה: νεόνυμφος, νεοπαντρεμένος
באנגלית
- newlywed a recently married person — see also newlyweds
לדבר על המילה הזו "νιόπαντρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B9%CF%8C%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. νιόπαντρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B9%CF%8C%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82 "νιόπαντρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B9%CF%8C%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82.ציטוט
@misc{micwyn_2026,
title = {νιόπαντρος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%B9%CF%8C%CF%80%CE%B1%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}