मिकविन

νοημοσύνη

Ελληνικά

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

νοημοσύνη

  • no.i.moˈsi.ni

यह कहाँ से आया

νοημοσύνη < νοήμων + -οσύνη < αρχαία ελληνική νοήμων < νοέω / νοῶ < νόος / νοῦς

संज्ञा νοημοσύνη · νοημοσύνες · νοημοσύνης · νοημοσυνών

  1. η ικανότητα όντων να αντιλαμβάνονται, να θυμούνται, να φαντάζονται, να μαθαίνουν, να διαχειρίζονται ιδέες, να προσαρμόζονται σε νέες καταστάσεις, να επιλύουν προβλήματα ※ Η Δυσαναγνωσία είναι μία νευρολογικής φύσεως μαθησιακή δυσκολία η οποία εμποδίζει ειδικά την ικανότητα ενός ατόμου στην ανάγνωση. Ένα άτομο με δυσαναγνωσία τυπικά διαβάζει σε επίπεδα σημαντικά χαμηλότερα από το αναμενόμενο παρά την ύπαρξη τουλάχιστον μέσης νοημοσύνης.

अंग्रेज़ी में

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"νοημοσύνη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

νοημοσύνη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7

Chicago

"νοημοσύνη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {νοημοσύνη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CE%B7%CE%BC%CE%BF%CF%83%CF%8D%CE%BD%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}