νοιάζομαι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
νοιάζομαι
- ˈɲa.zo.me
Where it comes from
νοιάζομαι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική εννοιάζομαι < αρχαία ελληνική ἔννοια + -άζομαι < ἐν + νόος / νοῦς
verb νοιάζομαι · νοιάστηκα · νοιασμένος · νοιάζει · νοιαζόμουν
- με ενδιαφέρει κάτι (ή κάποιος) και ασχολούμαι μ’ αυτό(ν), το(ν) φροντίζω ※ Για να μάθει το πρόσωπο, άρα και όλη η οικουμένη, τα σχετικά σας. Πως κάποιος νοιάζεται τα Φοιβάκια, όχι σαν τώρα με τον τοίχο τον ονλάιν, μα αφού σου το 'πα βρε κουτό. Που δεν σου το 'πα, αλλά σου το έστειλα καρδιά στο ταϊμλάιν. Εμότικον και κλάιν μάιν. (Στέφανος Τσιτσόπουλος, Ροκ Σταρ, εκδ. Μετα
In English
- care to be mindful of
- take care of look after
- care for to look after — see also look after, take care of
Talk about this word "νοιάζομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. νοιάζομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9 "νοιάζομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {νοιάζομαι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}