νοικοκύρης
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
νοικοκύρης¹
- ni.koˈci.ɾis
Where it comes from
νοικοκύρης < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική νοικοκύρης < οἰκοκύρης με ανάπτυξη του [n] από τη συνεκφορά με το άρθρο στην αιτιατική [ton iko - toniko - to niko] < οἰκοκύριος (αρχαία ελληνική < οἶκος + κύριος)
noun νοικοκύρης · νοικοκύρηδες · νοικοκυραίοι · νοικοκύρη · νοικοκύρηδων · νοικοκυραίων
- αυτός που έχει τη διαχείριση της οικονομικής μονάδας του οίκου ※ Σ' αυτό το σπίτι που 'ρθαμε, πέτρα να μην ραγίσει, κι ο νοικοκύρης του σπιτιού, χίλια χρόνια να ζήσει (Κάλαντα Χριστουγέννων)
- αυτός που φροντίζει για τις εργασίες και την καθημερινή επιμέλεια του οίκου νοικοκυρά είναι πολύ νοικοκύρης· τακτοποιεί τα ρούχα του, τα συρτάρια του
- αυτός που αφοσιώνεται στην δουλειά για να φροντίσει την οικογένεια και το σπίτι του ο γαμπρός μου είναι νοικοκύρης άνθρωπος· τίμιος κι εργατικός
- άτομο ευκατάστατο που ανήκει στη μεσαία τάξη, που ενδιαφέρεται για τη σταθερότητα της ζωής του χωρίς αλλαγές άνοιξε ένα μπαρ στο δρόμο μας, και ανησύχησαν οι νοικοκυραίοι: «θα μαζευτεί εδώ κάθε καρυδιάς καρύδι», είπαν
-
ιδιοκτήτης σπιτιού που το νοικιάζει
Similar: σπιτονοικοκύρης
- ο προύχοντας (ιδίως στον πληθυντικό νοικοκυραίοι)
Νοικοκύρης²
Where it comes from
Νοικοκύρης < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Νοικοκύρης · Νοικοκύρηδες · Νοικοκύρη · Νοικοκύρηδων
- ανδρικό επώνυμο
In English
- householder head of a household
- househusband husband who remains in the homestead
- head of household household role
Talk about this word "νοικοκύρης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. νοικοκύρης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82 "νοικοκύρης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {νοικοκύρης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CE%B9%CE%BA%CE%BF%CE%BA%CF%8D%CF%81%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}