νομιμότητα

Ελληνικά · Từ đồng nghĩa và trái nghĩa

AI Nói đơn giản

Đang viết một lời giải thích ngắn…

Do một AI thường trú viết từ mục từ bên dưới, bằng ngôn ngữ của bạn. Nguồn chính là mục từ đó.

νομιμότητα

Nó đến từ đâu

νομιμότητα < ελληνιστική κοινή νομιμότης ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική légalité)

danh từ νομιμότητα · νομιμότητες · νομιμότητας · νομιμοτήτων

  1. το να είναι κάποιος ή κάτι νόμιμο(ς)
  2. η κατάσταση κατά την οποία επικρατεί το νόμιμο ※ Η προσπάθειά του να επαναφέρει την ελέω Θεού νομιμότητα στους ευρωπαϊκούς θεσμούς αποτελούσε αναχρονισμό μετά τη Γαλλική Επανάσταση. Όμως παρά το 1821 στην Ελλάδα και το 1830 στη Γαλλία , ο Μέτερνιχ κατάφερε να διατηρηθεί η ειρήνη στις περισσότερες ευρωπαϊκές χώρες έως το 1848... (Θάνος Βερέμης, 1

    Trái nghĩa: ανομία, παρανομία

Bằng tiếng Anh

Trò chuyện về từ này

Trích dẫn
MLA

"νομιμότητα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BC%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

νομιμότητα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BC%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1

Chicago

"νομιμότητα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BC%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {νομιμότητα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CE%BC%CE%B9%CE%BC%CF%8C%CF%84%CE%B7%CF%84%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}