믹윈

νοσηρός

Ελληνικά

AI 쉬운 말로

짧은 설명을 쓰는 중…

아래 항목을 바탕으로 하우스 AI가 내 언어로 썼습니다. 출처는 항목 자체입니다.

νοσηρός

어원

νοσηρός < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νοσηρός < νόσ(ος) + -ηρός

형용사 νοσηρός · νοσηρή · νοσηρό · νοσηρού · νοσηρής

  1. που προκαλεί αρρώστια, επιβλαβής ※ Οἱ ἐκρήξεις φονταμενταλισμοῦ πού παρατηροῦνται στούς κόλπους διαφόρων θρησκειῶν ἀποτελοῦν ἔκφραση νοσηρῆς θρησκευτικότητος. Ὁ νηφάλιος διαθρησκειακός διάλογος συμβάλλει σημαντικά στήν προώθηση τῆς ἀμοιβαίας ἐμπιστοσύνης, τῆς ειρήνης καί τῆς καταλλαγῆς. (Αγία και Μεγάλη Σύνοδος της Ορθοδόξου Εκκλησ
  2. figuratively, μεταφορικά υπερβολικός, αφύσικος νοσηρή αγάπη

영어로

  • sick colloquial: in bad taste
  • morbidity quality of being unhealthful or diseased
  • unhealthy conducive to poor health

이 단어에 대해 이야기하기

인용하기
MLA

"νοσηρός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CF%83%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

νοσηρός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CF%83%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%82

Chicago

"νοσηρός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CF%83%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {νοσηρός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CF%83%CE%B7%CF%81%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}