νοσταλγία
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
νοσταλγία
Where it comes from
νοσταλγία < λόγιο ενδογενές δάνειο: γαλλική nostalgie < αρχαία ελληνική νόστος (=επιστροφή) + ἄλγος (=πόνος)
noun νοσταλγία · νοσταλγίες · νοσταλγίας · νοσταλγιών
- ο ψυχικός πόνος και τα πικρά συναισθήματα που προκαλούνται από την λαχτάρα του γυρισμού στην πατρίδα, σε κάποιον αγαπημένο τόπο ή σε ευχάριστες καταστάσεις που ζήσαμε στο παρελθόν ※ «Να ξεκαθαρίσουμε κάτι, για να μη νομίζετε ότι κάνω κριτική εκ του ασφαλούς», λέει ο Τάκης Λαμπρίας, αυτοεξόριστος ο ίδιος. «Κανείς αυτοεξόριστος δεν είναι ήρωας. Ήρωες είναι όσοι μάχονται μέσα στην επικράτεια. Έξω, το πληρώνεις με τη φτώχεια σου, την αθλιότητά σου, τη νοσταλγία σου, αλλά ήρωας δε
- το να θυμάμαι κάτι από το παρελθόν που μου άρεσε ※ Του είχε ξυπνήσει τη νοσταλγία για την εποχή που πήγαιναν οικογενειακώς στη Δροσιά για πεϊνιρλί, μαζί με τον θείο Δημήτρη, τη θεία Κατερίνα και τις ξαδέλφες του, τη Σόνια και την Τατιάνα. Πως μοσχοβολούσε το λιωμένο βούτυρο! (Χίλντα Παπαδημητρίου, Έχουνε όλοι κακούς σκοπούς, εκδ. Μεταίχμιο, 2013)
In English
- nostalgia bittersweet yearning for the things of the past
- homesickness missing one's home or family
Talk about this word "νοσταλγία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B3%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. νοσταλγία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B3%CE%AF%CE%B1 "νοσταλγία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B3%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {νοσταλγία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B3%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}