νοσταλγός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

νοσταλγός

  • no.stalˈɣos

Where it comes from

νοσταλγός < νοσταλγία + -ός (αναδρομικός σχηματισμός)

noun νοσταλγός · νοσταλγοί · νοσταλγού · νοσταλγών · νοσταλγό · νοσταλγούς

  1. αυτός ή αυτή που αισθάνεται νοσταλγία, δηλαδή ψυχικό πόνο και γλυκόπικρα συναισθήματα που προκαλούνται από την ανικανοποίητη εισέτι λαχτάρα του γυρισμού στην πατρίδα, σε κάποιον αγαπημένο τόπο ή σε ευχάριστες καταστάσεις που ζήσαμε στην παιδική ηλικία Είχε κατέλθει μετά πολλά έτη νοσταλγός εξ Αθηνών, όπου συνήθως διέτριβεν, ασχολούμενος εις έργα ουχί παραδεδεγμένης χρησιμότητος. (Αλέξανδρος Παπαδιαμάντης, Οι χαλασοχώρηδες/Μέρος ΣΤ')

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"νοσταλγός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B3%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

νοσταλγός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B3%CF%8C%CF%82

Chicago

"νοσταλγός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B3%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {νοσταλγός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CE%BF%CF%83%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%B3%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}