ντίζελ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ντίζελ¹
Where it comes from
ντίζελ < (άμεσο δάνειο) γερμανική Diesel· το επώνυμο του Γερμανού μηχανικού Rudolf Diesel (Ρούντολφ Ντίζελ (Ντήζελ) )
noun ντίζελ
- μηχανή (εσωτερικής καύσης) που δίνει κίνηση χρησιμοποιώντας πετρέλαιο
- το καύσιμο που καίει ο παραπάνω κινητήρας ※ Αντιλαμβανόταν ότι το Saab του, το οποίο πήρε μπρος με την τρίτη προσπάθεια, ήταν το παλαιότερο αυτοκίνητο στο δρόμο του και πλησίαζε να θεωρηθεί «βίντατζ». Το δημοτικό συμβούλιο σχεδίαζε να απαγορεύσει την είσοδο στο κέντρο στα οχήματα που έκαιγαν πετρέλαιο και ντίζελ, αλλά τα αυτοκίνητα βίντατζ
Ντίζελ²
Where it comes from
Ντίζελ < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Ντίζελ · Ntizel
- επώνυμο (ανδρικό ή γυναικείο)
In English
- diesel fuel
Talk about this word "ντίζελ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B6%CE%B5%CE%BB. Accessed 7 Nov. 2026. ντίζελ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B6%CE%B5%CE%BB "ντίζελ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B6%CE%B5%CE%BB.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ντίζελ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%AF%CE%B6%CE%B5%CE%BB},
urldate = {2026-11-07}
}