ντίσκο

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ντίσκο

  • ˈdi.sko

Where it comes from

ντίσκο < λόγιο ενδογενές δάνειο: (άμεσο δάνειο) αγγλική disco < σύντμηση του discotheque (ντισκοτέκ)

noun ντίσκο

  1. μουσική χορευτική μουσική που ξεκίνησε από την αγγλική-αμερικανική μουσική σκηνή· ήταν παγκοσμίως δημοφιλής από τα τέλη της δεκαετίας του 1970 μέχρι τα μέσα της δεκαετίας του 1980
  2. (συνεκδοχικά ο χορός με την παραπάνω μουσική
  3. κέντρο ψυχαγωγίας που λειτουργεί τη νύχτα και στο οποίο οι πελάτες ακούν ή και χορεύουν την παραπάνω μουσική Το πάρτι θα γίνει στη ντίσκο της παραλίας.

In English

  • disco discotheque — see also night club

Talk about this word

Cite this
MLA

"ντίσκο." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%BF. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

ντίσκο. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%BF

Chicago

"ντίσκο." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%BF.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ντίσκο},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%AF%CF%83%CE%BA%CE%BF},
  urldate = {2026-11-06}
}