νταβατζής

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

νταβατζής¹

  • da.vaˈd͡zis

Where it comes from

νταβατζής < (άμεσο δάνειο) τουρκική davacı (μηνυτής, κατήγορος & διεκδικητής) < dava (δίκη), είτε κατ' άλλη άποψη < tavcı (κατεργάρης, απατεώνας, λωποδύτης) με ηχηροποίηση [t] > [d]. Με την κατάληξη -cı + -ς > -τζής.

noun νταβατζής · νταβατζήδες · νταβατζή · νταβατζήδων

  1. επάγγελμα ο προστάτης και εκμεταλλευτής ιεροδούλων· προαγωγός, μαστροπός ※ δεν είμαι φτιαγμένος για νταβατζής. Το νταβατζιλίκι απαιτεί μια σκληρότητα, κι είμαι σκληρός, αλλά απαιτεί και έλλειψη ευαισθησίας, κι είμαι ευαίσθητος. (Βασίλης Βασιλικός, Εσύ κι εγώ ερωτικοί διάλογοι, εκδ. Νέα Σύνορα, 2000, σελ. 73)

Similar: πορνοβοσκός

Νταβατζής²

  • da.vaˈd͡zis

Where it comes from

Νταβατζής < νταβατζής < τουρκική davacι με -cι > -τζής → και δείτε τη λέξη νταβατζής

proper noun Νταβατζής · Νταβατζήδες · Νταβατζή · Νταβατζήδων

  1. ανδρικό επώνυμο άλλες μορφές: Νταβαντζής

Thesaurus

noun

Similar: πορνοβοσκός

In English

  • pimp prostitution solicitor

Talk about this word

Cite this
MLA

"νταβατζής." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CF%84%CE%B6%CE%AE%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

νταβατζής. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CF%84%CE%B6%CE%AE%CF%82

Chicago

"νταβατζής." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CF%84%CE%B6%CE%AE%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {νταβατζής},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%B2%CE%B1%CF%84%CE%B6%CE%AE%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}