νταλίκα

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

νταλίκα¹

Where it comes from

νταλίκα < (άμεσο δάνειο) τουρκική talika (κάρο) (πλέον παρωχημένο) < ρωσική тележка (κάρο)

noun νταλίκα · νταλίκες · νταλίκας · νταλικών

  1. μέσο μεταφορών μεγάλο φορτηγό με ρυμουλκούμενη καρότσα, μηχανοκίνητο όχημα κατάλληλο για τη μεταφορά μεγάλων φορτίων ※ Εσείς πόσα χρόνια οδηγείτε φορτηγό;» είπε εκείνη θέλοντας να τον προτρέψει να πει κι εκείνος μια κουβέντα. «φορτηγό, κοπέλα μου, όχι και φορτηγό!» πετάχτηκε πάλι ο πρώτος. «Δεν μας τα λες καλά. Για φορτηγατζήδες μάς πέρασες; Νταλικιέρηδες είμαστε ! Νταα - λίι - κα. «Ε καλά, τόση διαφορά έχει; »Αν

Νταλίκα²

Where it comes from

Νταλίκα < γενική ενικού του αρσενικού Νταλίκας

proper noun Νταλίκα · Νταλίκας · Ntalika

  1. γυναικείο επώνυμο

In English

  • truck heavier motor vehicle designed to carry goods — see also semi-trailer truck, pic

Talk about this word

Cite this
MLA

"νταλίκα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%BA%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

νταλίκα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%BA%CE%B1

Chicago

"νταλίκα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%BA%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {νταλίκα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%B1%CE%BB%CE%AF%CE%BA%CE%B1},
  urldate = {2026-11-07}
}