ντερβίσης
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ντερβίσης¹
- deɾˈvi.sis
Where it comes from
ντερβίσης < (άμεσο δάνειο) οθωμανική τουρκική درویش (derviş, φτωχός, αφοσιωμένος στο θεό) (τουρκική derviş) < περσική درویش (darvêš, ζητιάνος)) < προέλευσης από τη μέση περσική. Δείτε και δερβίσης.
noun ντερβίσης · ντερβίσηδες · ντερβίση · ντερβίσηδων
- μουσουλμάνος μοναχός που ζει σε τεκέ
- λεβέντης (ως κλητική προσφώνηση συνήθως) ※ Ντερβίση μου να 'ρχόσουνα μια ώρα στο τσαρδί μας / να 'βρισκες τους φίλους μας που (είν)ν’ όλοι δικοί μας (Μάρκος Βαμβακάρης, Ο Δερβίσης)
Ντερβίσης²
Where it comes from
Ντερβίσης < → λείπει η ετυμολογία
proper noun Ντερβίσης · Ντερβίσηδες · Ντερβίση · Ντερβίσηδων
- ανδρικό επώνυμο
In English
- dervish Sufi ascetic
Talk about this word "ντερβίσης." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B2%CE%AF%CF%83%CE%B7%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ντερβίσης. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B2%CE%AF%CF%83%CE%B7%CF%82 "ντερβίσης." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B2%CE%AF%CF%83%CE%B7%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ντερβίσης},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%81%CE%B2%CE%AF%CF%83%CE%B7%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}