ντεσιμπέλ

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ντεσιμπέλ

Where it comes from

ντεσιμπέλ < deci- (πρόθεμα του Διεθνούς Συστήματος Μονάδων που σημαίνει δέκατο) + Bel (το όνομα της μονάδας μπελ)

noun ντεσιμπέλ

  1. φυσική μονάδα μέτρησης της σχέσης των μέτρων (διαφοράς στάθμης) δύο φυσικών μεγεθών ίση με το ένα δέκατο της μονάδας μπελ σύμβολο: dB
  2. ακουστική μονάδα μέτρησης της (στάθμης της) ηχητικής πίεσης ενός ήχου με αναφορά την ηχητική πίεση του κατωφλίου ακοής 20 μικροπασκάλ (20 μPa), ίση με το εικοσαπλάσιο του δεκαδικού λογαρίθμου του λόγου της ηχητικής πίεσης του υπόψη ήχου προς 20 μPa σύμβολο: dB

In English

  • decibel a common measure of relative intensity

Talk about this word

Cite this
MLA

"ντεσιμπέλ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%83%CE%B9%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ντεσιμπέλ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%83%CE%B9%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB

Chicago

"ντεσιμπέλ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%83%CE%B9%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ντεσιμπέλ},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%B5%CF%83%CE%B9%CE%BC%CF%80%CE%AD%CE%BB},
  urldate = {2026-11-07}
}