ντομάτα
Ελληνικά
AI Простыми словами
Пишу короткое объяснение…
Написано ИИ сайта по статье ниже, на вашем языке. Источник — сама статья.
ντομάτα
- doˈma.ta
Откуда оно
ντομάτα < (άμεσο δάνειο) γαλλική tomate + -α < ισπανική tomate < νάουατλ tomātl. Στην Ελλάδα είναι γνωστή από το 1818.
существительное ντομάτα · ντομάτες · ντομάτας · ντοματών
- ο καρπός της ντοματιάς (Solanum lycopersicum) ※ Πιάτο της γιορτής από τα τέλη κιόλας του 19^(ου) αιώνα, το πολίτικο, αλλά και το ελλαδίτικο ροσμπίφ φορά την κόκκινη σάλτσα της ντομάτας και παντρεύεται με χοντρό μακαρόνι, αγνοώντας τη μέτρια ψημένη με αρωματικά στον φούρνο εκδοχή του εγγλέζου προγόνου του. (εφ. Το Βήμα, 22.12.2011)
- το φυτό ντοματιά
По-английски
- tomato fruit
Обсудить это слово "ντομάτα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ντομάτα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B1 "ντομάτα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B1.Цитировать
@misc{micwyn_2026,
title = {ντομάτα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CE%BF%CE%BC%CE%AC%CF%84%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}