ντρέπομαι
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ντρέπομαι
Where it comes from
ντρέπομαι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ντρέπομαι, μορφή του ἐντρέπομαι < ελληνιστική κοινή ἐντρέπομαι (στρέφω τα νώτα), μέση φωνή του αρχαίου ἐντρέπω < ἐν + τρέπω
verb ντρέπομαι · ντράπηκα · ντρεπόμουν · ντρεπόμουνα · θα ντρέπομαι
-
νιώθω ντροπή για κάτι άσχημο που έκανα
Similar: αισχύνομαι
- έχω ηθικές αναστολές να κάνω κάτι, νιώθω ντροπή να κάνω κάτι Ντρέπομαι να τον εξαπατήσω, δεν πρόκειται να το κάνω.
- νιώθω σεβασμό για έναν άνθρωπο ή για κάτι που θεωρώ ότι έχει αξία και δεν θέλω να κάνω κάτι που θα τον/το προσβάλλει Ντρέπομαι τον πατέρα σου, διαφορετικά θα σου έκανα μήνυση γι' αυτό μου έκανες.
In English
- be ashamed feel ashamed
Talk about this word "ντρέπομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026. ντρέπομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9 "ντρέπομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ντρέπομαι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
urldate = {2026-11-07}
}