ντρέπομαι

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ντρέπομαι

Where it comes from

ντρέπομαι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ντρέπομαι, μορφή του ἐντρέπομαι < ελληνιστική κοινή ἐντρέπομαι (στρέφω τα νώτα), μέση φωνή του αρχαίου ἐντρέπω < ἐν + τρέπω

verb ντρέπομαι · ντράπηκα · ντρεπόμουν · ντρεπόμουνα · θα ντρέπομαι

  1. νιώθω ντροπή για κάτι άσχημο που έκανα

    Similar: αισχύνομαι

  2. έχω ηθικές αναστολές να κάνω κάτι, νιώθω ντροπή να κάνω κάτι Ντρέπομαι να τον εξαπατήσω, δεν πρόκειται να το κάνω.
  3. νιώθω σεβασμό για έναν άνθρωπο ή για κάτι που θεωρώ ότι έχει αξία και δεν θέλω να κάνω κάτι που θα τον/το προσβάλλει Ντρέπομαι τον πατέρα σου, διαφορετικά θα σου έκανα μήνυση γι' αυτό μου έκανες.

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ντρέπομαι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ντρέπομαι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9

Chicago

"ντρέπομαι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ντρέπομαι},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CF%81%CE%AD%CF%80%CE%BF%CE%BC%CE%B1%CE%B9},
  urldate = {2026-11-07}
}