ντόμπρος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ντόμπρος¹

Where it comes from

ντόμπρος < (άμεσο δάνειο) σλαβικής προέλευσης dobăr, dobro. πβ. σλοβακικά dobrý (καλός), ρωσικά добрый (καλός)

adjective ντόμπρος · ντόμπρα · ντόμπρο · ντόμπρου · ντόμπρας

  1. ειλικρινής, χωρίς προσποιήσεις ※ Βέρος Πειραιώτης. Γέννημα θρέμμα του μεγάλου λιμανιού. Κιμπάρης και ντόμπρος. Τζέντλεμαν και μποέμ. Αντικομφορμιστής και αυθεντικός αντιστάρ, ένας από τους πιο ωραίους τύπους της γενιάς του, άφησε νωρίς την τελευταία του πνοή. (Χρήστος Κυριαζής: Έζησε σαν γνήσιος Πειραιώτης, έφυγε πρίγκιπας, Πρώτο

Ντόμπρος²

Where it comes from

Ντόμπρος < → λείπει η ετυμολογία

proper noun Ντόμπρος · Ντόμπρου · Ntompros

  1. ανδρικό επώνυμο

Talk about this word

Cite this
MLA

"ντόμπρος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CF%8C%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ντόμπρος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CF%8C%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%82

Chicago

"ντόμπρος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CF%8C%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ντόμπρος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%84%CF%8C%CE%BC%CF%80%CF%81%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}