νόμισμα

Ελληνικά · Thesaurus

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

νόμισμα

  • ˈno.mi.zma

Where it comes from

νόμισμα < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νόμισμα (συνήθεια, έθιμο) < νομίζω < → δείτε τη λέξη νόμος

noun νόμισμα · νομίσματα · νομίσματος · νομισμάτων

  1. κομμάτι μετάλλου (συνήθως πολύτιμου) με συγκεκριμένες διαστάσεις, βάρος και παράσταση που χρησιμοποιούνταν κατά το παρελθόν ως μέσο συναλλαγής, έχοντας το ίδιο την ίδια πραγματική αξία με το αγαθό για το οποίο δινόταν ως πληρωμή Βρέθηκε θησαυρός αρχαίων νομισμάτων.

    Similar: κέρμα

  2. μονάδα της οικονομικής αξίας των εμπορευμάτων που θεσπίζεται από ένα κράτος και αποκτά υλική μορφή ως κέρμα ή χαρτονόμισμα Το νόμισμα της Ελλάδας ήταν μέχρι τα τέλη του 2001 η δραχμή.

In English

  • money currency
  • currency money or other item used to facilitate transactions
  • coin (currency) a piece of currency

Talk about this word

Cite this
MLA

"νόμισμα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1. Accessed 5 Nov. 2026.

APA

νόμισμα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 5, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1

Chicago

"νόμισμα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 5, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {νόμισμα},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%B9%CF%83%CE%BC%CE%B1},
  urldate = {2026-11-05}
}