νόμος
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
νόμος
- ˈno.mos
Sounds like νομός
Where it comes from
νόμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νόμος
noun νόμος · νόμοι · νόμου · νόμων · νόμο · νόμους
- υποχρεωτικός κανόνας δικαίου που εφαρμόζεται σε μια κρατική οντότητα, αφού θεσμοθετηθεί από τα αρμόδια νομοθετικά σώματα Στην Ελλάδα οι νόμοι δεν ισχύουν πριν δημοσιευτούν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
- το σύνολο των γραπτών κανόνων δικαίου που ισχύουν σε ένα κράτος, η νομοθεσία ο ελληνικός νόμος
- ηθικός κανόνας που ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων άγραφος νόμος
- γενική διατύπωση, συχνά μια μαθηματική σχέση, που αφορά στα φυσικά φαινόμενα και περιγράφει την αιτιώδη σχέση μεταξύ των διαφόρων φυσικών μεγεθών
In English
Talk about this word "νόμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026. νόμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82 "νόμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {νόμος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-06}
}