νόμος

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

νόμος

  • ˈno.mos

Sounds like νομός

Where it comes from

νόμος < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική νόμος

noun νόμος · νόμοι · νόμου · νόμων · νόμο · νόμους

  1. νομικός όρος υποχρεωτικός κανόνας δικαίου που εφαρμόζεται σε μια κρατική οντότητα, αφού θεσμοθετηθεί από τα αρμόδια νομοθετικά σώματα Στην Ελλάδα οι νόμοι δεν ισχύουν πριν δημοσιευτούν στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
  2. νομικός όρος το σύνολο των γραπτών κανόνων δικαίου που ισχύουν σε ένα κράτος, η νομοθεσία ο ελληνικός νόμος
  3. ηθικός κανόνας που ρυθμίζει τις σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων άγραφος νόμος
  4. επιστήμες γενική διατύπωση, συχνά μια μαθηματική σχέση, που αφορά στα φυσικά φαινόμενα και περιγράφει την αιτιώδη σχέση μεταξύ των διαφόρων φυσικών μεγεθών

In English

  • law body of rules established in a community by its authorities
  • nome type of musical composition in ancient Greece

Talk about this word

Cite this
MLA

"νόμος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82. Accessed 6 Nov. 2026.

APA

νόμος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82

Chicago

"νόμος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {νόμος},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%8C%CE%BC%CE%BF%CF%82},
  urldate = {2026-11-06}
}