νύχι
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
νύχι
- ˈni.çi
Where it comes from
νύχι < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική νύχι(ν) < αρχαία ελληνική ὀνύχιον, υποκοριστικό του ὄνυξ
noun νύχι · νύχια · νυχιού · νυχιών
- σκληρό και μυτερό όργανο που βγαίνει από την άκρη του δακτύλου ※ Τα νύχια είναι καθρέφτης της υγείας του ανθρώπινου οργανισμού. Η έννοια για καθαριότητα και περιποίηση, θα πρέπει να συνοδεύεται από εγρήγορση, άμα τη εμφανίσει αλλαγών στο χρώμα ή την υφή τους. Παθήσεις των νεφρών, της καρδιάς, του ήπατος, συχνά παρουσιάζουν συμπτώματα στην περιοχή των νυχιών. Λε
- αντίστοιχη επιφάνεια από κερατίνη σε πουλιά και ζώα
- οπλή (στα άλογα και παρόμοια ζώα)
- οτιδήποτε μοιάζει με νύχι
In English
- nail on fingers and toes
- fingernail covering near the tip of finger
- claw curved horny nail
Talk about this word "νύχι." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%8D%CF%87%CE%B9. Accessed 6 Nov. 2026. νύχι. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 6, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%8D%CF%87%CE%B9 "νύχι." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 6, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%8D%CF%87%CE%B9.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {νύχι},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BD%CF%8D%CF%87%CE%B9},
urldate = {2026-11-06}
}