ξανάστροφη

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ξανάστροφη

Where it comes from

ξανάστροφη < → λείπει η ετυμολογία

noun ξανάστροφη · ξανάστροφες · ξανάστροφης · ξανάστροφων

  1. χτύπημα με την εξωτερική πλευρά της παλάμης στο πρόσωπο κάποιου ※ ̓́Αφησα τή Ρένα στο σπίτι καί ἦρθα να φιλήσω τή γερόντισσά μου ! (Κάνει νά τήν ἀγκαλιάσει καί νά τή φιλήσει.) ΘΑΛΕΙΑ: Τό « γερόντισσα » κομμένη, μή σοῦ ἀστράψω καμιά ξανάστροφη ! ( Τόν κοιτᾶ μέ καμάρι ἀλλάζοντας ὕφος ) (Κώστας Πρετεντέρης, Θεατρικά, Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι .Δ. Κολλάρου, 1998,
  2. ανάποδη

adjective ξανάστροφη · ξανάστροφες · ξανάστροφης · ξανάστροφων

  1. accusative, feminine, nominative, singular, vocative ονομαστική, αιτιατική και κλητική ενικού, θηλυκού γένους του ξανάστροφος ※ Ὁ Πανάγος ἔφαγε μὲ ὄρεξη, πλαταγίζοντας τὴ γλώσσα, κατεβάζοντας μὲ θόρυβο μπουκιὲς ἀπανωτές. Ὅταν τέλειωσε, σκούπισε τὰ μουστάκια του μὲ τὴν ξανάστροφη τῆς παλάμης του καὶ κοίταξε τὴ Βαγγελιώ.. (Μ. Καραγάτσης, Ο Κοτζαμπάσης του Καστρόπυργου: μυθιστόρημα, 1982, σελ. 164)

Talk about this word

Cite this
MLA

"ξανάστροφη." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%B7. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ξανάστροφη. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%B7

Chicago

"ξανάστροφη." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%B7.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ξανάστροφη},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B1%CE%BD%CE%AC%CF%83%CF%84%CF%81%CE%BF%CF%86%CE%B7},
  urldate = {2026-11-07}
}