ξαπλώνω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ξαπλώνω
Where it comes from
ξαπλώνω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξαπλώνω < ἐξαπλώνω < ελληνιστική κοινή ἐξαπλῶ
verb ξαπλώνω · ξάπλωνα · ξαπλώσω · ξάπλωσα · ξαπλώνομαι · ξαπλώθηκα
- τοποθετώ τον εαυτό μου σε οριζόντια θέση ※ Απορροφημένος απ' το προσωπικό μου μάλε βράσε, άργησα υπερβολικά ν' αντιληφθώ τη συνεχή ροή επιβατών προς το πλωριό κατάστρωμα. Πόλος έλξης τους πέντ' έξι Σκανδιναβές που' χαν ξαπλώσει και λιάζονταν ξώβυζες. (Χ.Α. Χωμενίδης, Το σοφό παιδί (νέα έκδοση), εκδ. Πατάκης, 2016)
- πέφτω στο κρεβάτι για να κοιμηθώ ή απλώς να ξεκουραστώ θα πάω να ξαπλώσω για λίγο
- τοποθετώ κάποιον σε οριζόντια θέση, στο κρεβάτι ※ Με ξάπλωσαν πάνω σ' ένα τραπέζι με ρόδες. (⌘ Θανάσης Βαλτινός, Ο γύψος. Συλλογή διηγημάτων Δεκαοχτώ κείμενα. Αθήνα: Κέδρος, 1970)
- ρίχνω κάποιον στο έδαφος με δυνατό χτύπημα
In English
- lie down assume a horizontal position
Talk about this word "ξαπλώνω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. ξαπλώνω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89 "ξαπλώνω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ξαπλώνω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B1%CF%80%CE%BB%CF%8E%CE%BD%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}