ξαφνιάζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ξαφνιάζω
Where it comes from
ξαφνιάζω < μεσαιωνική ελληνική ξαφνίζω και ἐξαφνίζω < αρχαία ελληνική ἐξαίφνης < ἐξ + αἴφνης
verb ξαφνιάζω · ξαφνιάζομαι · ξάφνιαζα · θα ξαφνιάζω · να ξαφνιάζω
- προκαλώ τρόμο σε κάποιον κατά απροσδόκητο τρόπο Η έφοδος της αστυνομίας ξάφνιασε τους αιφνιδιασμένους διαρρήκτες και τα έχασαν
- εκπλήσσω κάποιον Θα τον περιμένω μαζί με την τούρτα των γενεθλίων μέσα στο πάρκινγκ του σπιτιού για να τον ξαφνιάσω καθώς θα επιστρέφει απ' το γραφείο
- μεσοπαθητικό, το ίδιο: με εκπλήσσουν, δέχομαι απότομα ένα ερέθισμα, μήνυμα Ξαφνιάστηκα έτσι που πετάχτηκε απότομα μπροστά μου και δεν πρόλαβα να φρενάρω. Πάει κι η τούρτα...
In English
- surprise cause (someone) to feel surprise
- startle to excite by sudden alarm, surprise, or apprehension
- take aback to surprise or shock
Talk about this word "ξαφνιάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B1%CF%86%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. ξαφνιάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B1%CF%86%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89 "ξαφνιάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B1%CF%86%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ξαφνιάζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B1%CF%86%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}