ξαφνιάζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ξαφνιάζω

Where it comes from

ξαφνιάζω < μεσαιωνική ελληνική ξαφνίζω και ἐξαφνίζω < αρχαία ελληνική ἐξαίφνης < ἐξ + αἴφνης

verb ξαφνιάζω · ξαφνιάζομαι · ξάφνιαζα · θα ξαφνιάζω · να ξαφνιάζω

  1. προκαλώ τρόμο σε κάποιον κατά απροσδόκητο τρόπο Η έφοδος της αστυνομίας ξάφνιασε τους αιφνιδιασμένους διαρρήκτες και τα έχασαν
  2. εκπλήσσω κάποιον Θα τον περιμένω μαζί με την τούρτα των γενεθλίων μέσα στο πάρκινγκ του σπιτιού για να τον ξαφνιάσω καθώς θα επιστρέφει απ' το γραφείο
  3. μεσοπαθητικό, το ίδιο: με εκπλήσσουν, δέχομαι απότομα ένα ερέθισμα, μήνυμα Ξαφνιάστηκα έτσι που πετάχτηκε απότομα μπροστά μου και δεν πρόλαβα να φρενάρω. Πάει κι η τούρτα...

In English

  • surprise cause (someone) to feel surprise
  • startle to excite by sudden alarm, surprise, or apprehension
  • take aback to surprise or shock

Talk about this word

Cite this
MLA

"ξαφνιάζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B1%CF%86%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ξαφνιάζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B1%CF%86%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89

Chicago

"ξαφνιάζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B1%CF%86%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ξαφνιάζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B1%CF%86%CE%BD%CE%B9%CE%AC%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}