ξεδιαλέγω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ξεδιαλέγω

  • kse.ði.aˈle.ɣo

Where it comes from

ξεδιαλέγω < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική ξεδιαλέγω. Συγχρονικά αναλύεται σε ξε- + διαλέγω.

verb ξεδιαλέγω · ξεδιάλεγα · ξεδιαλέξω · ξεδιάλεξα · ξεδιαλεγμένος

  1. επιλέγω, διαλέγω από ένα σύνολο ομοειδών στοιχείων κάποια που έχουν ένα κοινό χαρακτηριστικό, συνήθως τα καλύτερα σε ποιότητα ή τα χειρότερα ※ Εντάξει , αλλά με ποιους ; Είναι εύκολο να ξεδιαλέξεις δέκα, δώδεκα παίκτες μέσα σ' αυτό το συνονθύλευμα της σπαρίλας και της χαβαλεδοσύνης; Τελικά βρέθηκαν μερικοί, ανάμεσά τους κι εγώ, που ξέραμε μέσες άκρες πώς να σταθούμε... (Αλμπέρτος Ναρ, Σε αναζήτηση ύφους, Εκδόσεις Νεφέλη, 1997, σελ. 31)

Talk about this word

Cite this
MLA

"ξεδιαλέγω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%B3%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ξεδιαλέγω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%B3%CF%89

Chicago

"ξεδιαλέγω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%B3%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ξεδιαλέγω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CE%B4%CE%B9%CE%B1%CE%BB%CE%AD%CE%B3%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}