ξεθάβω
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ξεθάβω
Where it comes from
ξεθάβω < ξε- + θάβω (ή < (ελληνιστική κοινή))
verb ξεθάβω · ξέθαβα · θα ξεθάβω · να ξεθάβω · ξεθάβοντας
- σκάβω και βγάζω από το χώμα κάποιον/κάτι που ήταν θαμμένο(ς) συνηθίζεται μετά από τρία χρόνια να ξεθάβουν τους νεκρούς και να μεταφέρουν τα οστά τους στο οστεοφυλάκιο
- φέρνω ξανά στην επιφάνεια κάτι ξεχασμένο πού πήγες και ξέθαψες αυτή την υπόθεση!
Similar: λαϊκότροπο, Κατηγορία:Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά) ξεχώνω · Opposite: θάβω, λαϊκότροπο, Κατηγορία:Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά) χώνω
Thesaurus
verb
Similar: λαϊκότροπο, Κατηγορία:Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά) ξεχώνω · Opposite: θάβω, λαϊκότροπο, Κατηγορία:Λαϊκότροποι όροι (νέα ελληνικά) χώνω
Talk about this word "ξεθάβω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CE%B8%CE%AC%CE%B2%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. ξεθάβω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CE%B8%CE%AC%CE%B2%CF%89 "ξεθάβω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CE%B8%CE%AC%CE%B2%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ξεθάβω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CE%B8%CE%AC%CE%B2%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}