ξεκαθαρίζω
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ξεκαθαρίζω
Where it comes from
ξεκαθαρίζω < μεσαιωνική ελληνική < (ελληνιστική κοινή) ἐκκαθαρίζω
verb ξεκαθαρίζω · ξεκαθάριζα · θα ξεκαθαρίζω · να ξεκαθαρίζω · ξεκαθαρίζοντας
- κάνω κάτι να είναι καθαρό, λύνω τις απορίες και διαλύω τις αμφιβολίες και τις παρανοήσεις σχετικά με αυτό, αποσαφηνίζω δεν καταλαβαίνω γιατί επιμένεις αφού στο ξεκαθάρισα ότι δεν πρόκειται να συμφωνήσω σε αυτό που ζητάς
- γίνομαι καθαρός, δεν αφήνω περιθώρια για αμφιβολίες, αποσαφηνίζομαι μετά τη δίκη ξεκαθάρισε η κατάσταση επιτέλους
- κρατάω από ένα σύνολο πραγμάτων μόνο αυτά που χρησιμεύουν και πετάω τα υπόλοιπα θα ξεκαθαρίσω σήμερα τα παλιά CD μου
In English
Talk about this word "ξεκαθαρίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026. ξεκαθαρίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89 "ξεκαθαρίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ξεκαθαρίζω},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89},
urldate = {2026-11-07}
}