ξεκαθαρίζω

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ξεκαθαρίζω

Where it comes from

ξεκαθαρίζω < μεσαιωνική ελληνική < (ελληνιστική κοινή) ἐκκαθαρίζω

verb ξεκαθαρίζω · ξεκαθάριζα · θα ξεκαθαρίζω · να ξεκαθαρίζω · ξεκαθαρίζοντας

  1. transitive, μεταβατικό κάνω κάτι να είναι καθαρό, λύνω τις απορίες και διαλύω τις αμφιβολίες και τις παρανοήσεις σχετικά με αυτό, αποσαφηνίζω δεν καταλαβαίνω γιατί επιμένεις αφού στο ξεκαθάρισα ότι δεν πρόκειται να συμφωνήσω σε αυτό που ζητάς
  2. intransitive, αμετάβατο, για πράγματα γίνομαι καθαρός, δεν αφήνω περιθώρια για αμφιβολίες, αποσαφηνίζομαι μετά τη δίκη ξεκαθάρισε η κατάσταση επιτέλους
  3. κρατάω από ένα σύνολο πραγμάτων μόνο αυτά που χρησιμεύουν και πετάω τα υπόλοιπα θα ξεκαθαρίσω σήμερα τα παλιά CD μου

In English

  • clear to eliminate ambiguity or doubt; to clarify
  • clarify (''transitive'') to make clear or easily understood

Talk about this word

Cite this
MLA

"ξεκαθαρίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ξεκαθαρίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"ξεκαθαρίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ξεκαθαρίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CE%BA%CE%B1%CE%B8%CE%B1%CF%81%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}