ξεναγός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ξεναγός

Where it comes from

ξεναγός < αρχαία ελληνική ξεναγός < ξένος + ἄγω ή ἡγέομαι

noun ξεναγός · ξεναγοί · ξεναγού · ξεναγών · ξεναγό · ξεναγούς

  1. επάγγελμα αυτός/ή που συνοδεύει και δίνει πληροφορίες στους επισκέπτες ενός χώρου ή αξιοθέατου Ξεναγός (εξηγητής), κατά την έννοιαν του παρόντος είναι ο συνοδεύων αλλοδαπός ή ημεδαπός περιηγητάς ή επισκέπτας της χώρας, καθοδηγών αυτούς και υποδεικνύων τα αξιοθέατα του τόπου, αρχαία ή ιστορικά μνημεία, καλλιτεχνικά έργα πάσης εποχής, επεξηγών εις αυτούς την σημασίαν αυτών, τον προορισμόν και τ
  2. figuratively, μεταφορικά αυτός που εισάγει κάποιον σε ένα τομέα που είναι καινούργιος για τον ξεναγούμενο Στο φιλόδοξο εγχείρημα είχαμε ξεναγό τον αστροφυσικό...

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ξεναγός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ξεναγός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CF%8C%CF%82

Chicago

"ξεναγός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ξεναγός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CE%BD%CE%B1%CE%B3%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}