ξεπούλημα
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ξεπούλημα
Where it comes from
ξεπούλημα < ξεπουλώ
noun ξεπούλημα · ξεπουλήματα · ξεπουλήματος · ξεπουλημάτων
- εκποίηση, το πούλημα στοιχείων ενεργητικού μιας εταιρείας ή χώρας όσο-όσο για την απόκτηση ρευστότητας, δηλαδή η πώληση ειδών ή υπηρεσιών ή πλουτοπαραγωγικών πηγών σε πολύ χαμηλές τιμές μετά την πτώση του Κομμουνισμού στο πρώην ανατολικό μπλοκ, η ιδιωτικοποίηση των κρατικών εταιρειών βρήκε έντονο ανταγωνισμό και από εκεί που ήταν μια (ενδεχομένως) επικερδής διαδικασία οι ελληνικές κυβερνήσεις βρέθηκαν στο δίλημμα να ξεπουλήσουν τις εταιρείες που είχαν κρατικοποιήσει μετά την είσοδο
- η εκποίηση ιδεών και αξιών τόσο καιρό μαζί και με ξεπουλάς με άλλη;
Similar: ξέκαμα, ξεκάμωμα, απεμπόληση
Thesaurus
noun
Similar: ξέκαμα, ξεκάμωμα, απεμπόληση
Talk about this word "ξεπούλημα." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CE%BC%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ξεπούλημα. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CE%BC%CE%B1 "ξεπούλημα." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CE%BC%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ξεπούλημα},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%80%CE%BF%CF%8D%CE%BB%CE%B7%CE%BC%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}