ξεριζωμός
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ξεριζωμός
Where it comes from
ξεριζωμός < ξεριζώνω < αρχαία ελληνική ἐκριζόω
noun ξεριζωμός · ξεριζωμοί · ξεριζωμού · ξεριζωμών · ξεριζωμό · ξεριζωμούς
- η απόσπαση δια της βίας, ο διωγμός ή η αναγκαστική για οικονομικούς λόγους αποχώρηση ατόμου ή κοινότητας ή έθνους από την πατρίδα του ή από τον τόπο στον οποίο γεννήθηκε O ξερiζωμός των Μικρασιατών, των Κωνσταντινουπολιτών, των Αρμενίων
- η βίαιη απόσπαση από τις πολιτιστικές ρίζες ο ξεριζωμός των λέξεων, το ξεγύμνωμα του τοποίου από τις επενδύσεις της μνήμης... (για το έργο "Ο Ξεριζωμός" του Ιρλανδού Μπράιαν Φρίελ)
Talk about this word "ξεριζωμός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B6%CF%89%CE%BC%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ξεριζωμός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B6%CF%89%CE%BC%CF%8C%CF%82 "ξεριζωμός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B6%CF%89%CE%BC%CF%8C%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ξεριζωμός},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%81%CE%B9%CE%B6%CF%89%CE%BC%CF%8C%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}