ξετσίπωτος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ξετσίπωτος
Where it comes from
ξετσίπωτος < ξετσιπώνομαι + -τος < τσίπα < μεσαιωνική ελληνική τσίπα < σλαβικής προέλευσης tsipa
adjective ξετσίπωτος · ξετσίπωτη · ξετσίπωτο · ξετσίπωτου · ξετσίπωτης
- που δεν ντρέπεται καθόλου, που «δεν έχει καθόλου τσίπα» ※ Ἑκάστοτε, ὁσάκις ὁ υἱός της ἐπέστρεφεν ἐκ τοῦ ταξιδίου του, διότι εἶχε βρατσέραν, καὶ ἦτο τολμηρότατος εἰς τὴν ἀκτοπλοΐαν, ἡ γραῖα Καντάκαινα ἤρχετο εἰς προϋπάντησιν αὐτοῦ, τὸν ὡδήγει εἰς τὸν οἰκίσκον της, τὸν ἐδιάβαζε, τὸν ἐκατήχει, τοῦ ἔβαζε μαναφούκια, καὶ οὕτω τὸν προέπεμπε παρὰ τῇ γυναικὶ αὐτ
Similar: αδιάντροπος, αναίσχυντος, ξεδιάντροπος · Opposite: ντροπαλός, σεμνός
Thesaurus
adjective
Similar: αδιάντροπος, αναίσχυντος, ξεδιάντροπος · Opposite: ντροπαλός, σεμνός
Talk about this word "ξετσίπωτος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%84%CF%83%CE%AF%CF%80%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ξετσίπωτος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%84%CF%83%CE%AF%CF%80%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%82 "ξετσίπωτος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%84%CF%83%CE%AF%CF%80%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ξετσίπωτος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%84%CF%83%CE%AF%CF%80%CF%89%CF%84%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}