ξεχωριστός

Ελληνικά

AI In plain words

Writing a short explanation…

Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.

ξεχωριστός

Where it comes from

ξεχωριστός < ξεχωρίζω

adjective ξεχωριστός · ξεχωριστή · ξεχωριστό · ξεχωριστού · ξεχωριστής

  1. αυτός που ξεχωρίζει, συνήθως με τη θετική έννοια, ο διαλεχτός, ο διακεκριμένος
  2. ο ιδιαίτερος, αυτός που έχει κάτι σημαντικό και διαφέρει από τους άλλους σε κάτι καλό ο Κωστάκης είναι ξεχωριστό παιδί
  3. ο πολύ καλός η Μαρία είναι ξεχωριστή μαθήτρια
  4. ο χωριστός από τους άλλους (π.χ. ξεχωριστό κεφάλαιο, ξεχωριστή σελίδα) αλλά σε αυτές τις περιπτώσεις χρησιμοποιείται συνήθως το "χωριστός, χωριστή, χωριστό" αυτό το θέμα θα μελετηθεί σε ξεχωριστό κεφάλαιο

In English

Talk about this word

Cite this
MLA

"ξεχωριστός." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ξεχωριστός. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82

Chicago

"ξεχωριστός." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ξεχωριστός},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%87%CF%89%CF%81%CE%B9%CF%83%CF%84%CF%8C%CF%82},
  urldate = {2026-11-07}
}