ξεψυχώ
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ξεψυχώ
Where it comes from
ξεψυχώ < μεσαιωνικό ρήμα ἐξεψυχῶ < από τον αόριστο ἐξέψυχα του ελληνιστικού ἐκψύχω
verb ξεψυχώ
- πεθαίνω κυριολεκτικά ...και ο πιο μεγάλος γιος, που πάντα περισσότερο τον αγαπούσε, εκόλλησε τα χείλια του έως ότου κείνος ξεψύχησε και τον τράβηξαν με τη βία. (Βέρθερος, Γιόχαν Βόλφγκανγκ Γκαίτε)
- πεθαίνω με τη μεταφορική έννοια, φθείρομαι, βρίσκομαι σε φάση παρακμής , σβήνω -Θεός σχωρέσ' τονε! Πίνανε κάμποσην ώραν αμίλητοι. Πού και πού ένα τραγουδάκι ανέβαινε ως τα χείλια κανενός και ξεψυχούσε. Δεν ήτανε ημέρα σήμερα για τραγούδια. (Παύλος Νιρβάνας)
In English
- pass away to die (euphemistic)
Talk about this word "ξεψυχώ." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%88%CF%85%CF%87%CF%8E. Accessed 7 Nov. 2026. ξεψυχώ. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%88%CF%85%CF%87%CF%8E "ξεψυχώ." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%88%CF%85%CF%87%CF%8E.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ξεψυχώ},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B5%CF%88%CF%85%CF%87%CF%8E},
urldate = {2026-11-07}
}