मिकविन

ξινίζω

Ελληνικά · पर्यायवाची और विलोम

AI आसान शब्दों में

एक छोटी व्याख्या लिखी जा रही है…

नीचे दी गई प्रविष्टि से एक हाउस AI ने आपकी भाषा में लिखा। स्रोत खुद प्रविष्टि है।

ξινίζω

यह कहाँ से आया

ξινίζω < ξινός + -ίζω

क्रिया ξινίζω

  1. για τρόφιμο ή ποτό, στο τρίτο πρόσωπο έχει ξινή γεύση ή έχει χαλάσει, έχει αλλοιωθεί Ξύνισε το γάλα
  2. transitive, μεταβατικό κάνω τη γεύση ξινή
  3. broadly, figuratively, κατ’ επέκταση, μεταφορικά δυσαρεστούμαι και το δείχνω, δεν κρύβω την δυσαρέσκειά μου, εκφράζεται στο πρόσωπο ή στη συμπεριφορά μου, γίνομαι με τη σειρά μου δυσάρεστος Του ζήτησα δυο μέρες άδεια από τις 15 που δικαιούμαι και ξίνισε ο γρουσούζης

    मिलते-जुलते: στραβομουτσουνιάζω

अंग्रेज़ी में

  • spoil to become sour or rancid, to decay
  • go off putrefy; become inedible

इस शब्द पर बात करें

उद्धृत करें
MLA

"ξινίζω." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B9%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89. Accessed 7 Nov. 2026.

APA

ξινίζω. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B9%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89

Chicago

"ξινίζω." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B9%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89.

BibTeX
@misc{micwyn_2026,
  title = {ξινίζω},
  howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
  year = {2026},
  url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B9%CE%BD%CE%AF%CE%B6%CF%89},
  urldate = {2026-11-07}
}