ξιπασμένος
Ελληνικά · Thesaurus
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ξιπασμένος
Where it comes from
ξιπασμένος < μετοχή παθητικού παρακειμένου ξιπάζομαι < μεσαιωνική ελληνική ἐξυπάζω < αρχαία ελληνική ἐκ + συσπάω / συσπῶ
verb ξιπασμένος · ξιπασμένη · ξιπασμένο · ξιπασμένου · ξιπασμένης
- που έχει πάρα πολύ μεγάλη ιδέα για τον εαυτό του ※ Την ξέρω καλέ την Ξενοδίκη. Εμείς με τις φίλες μου, άμα τη δούμε στο δρόμο, Ξινοδίκη τη λέμε αναμεταξύ μας, μια ξινή είναι, μια ψηλομύτα, που περνιέται για πολύ σπουδαία, μια ξιπασμένη που μόνο τα λούσα τη νοιάζουν, που γυρνάει πασαλειμμένη με μπόλικο κοκκινάδι για να κάνει πιο κόκκινο το χρώμα τω
Similar: επαρμένος, επιδειξίας, καυχηματίας, φαντασμένος
Thesaurus
verb
Similar: επαρμένος, επιδειξίας, καυχηματίας, φαντασμένος
In English
- cocky overly confident
Talk about this word "ξιπασμένος." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B9%CF%80%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82. Accessed 7 Nov. 2026. ξιπασμένος. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B9%CF%80%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82 "ξιπασμένος." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B9%CF%80%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ξιπασμένος},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B9%CF%80%CE%B1%CF%83%CE%BC%CE%AD%CE%BD%CE%BF%CF%82},
urldate = {2026-11-07}
}