ξιφασκία
Ελληνικά
AI In plain words
Writing a short explanation…
Written by a house AI from the entry below, in your language. The entry itself is the source.
ξιφασκία
- ksi.faˈsci.a
Where it comes from
ξιφασκία < ξίφ(ος) + -ασκία (< ασκώ) κατά την αρχαία λέξη σωμασκία
:: Η λέξη μαρτυρείται από το 1872
noun ξιφασκία · ξιφασκίες · ξιφασκίας · ξιφασκιών
- άθλημα μεταξύ δύο ξιφομάχων σε ειδικά διαμορφωμένο χώρο· στη διάρκεια του αγώνα οι αθλητές φορούν μάσκα, λευκή στολή και ειδικά γάντια και προσπαθούν να αγγίξουν με το ξίφος το σώμα του αντιπάλου Τα τρία όπλα της ξιφασκίας είναι διαφορετικά ξίφη (σπάθη-ξίφος ασκήσεως φλερέ (fleuret)-ξίφος μονομαχίας επέ épée) και τα αντίστοιχα αγωνίσματα έχουν διαφορετικούς κανόνες.
In English
- fencing sport
Talk about this word "ξιφασκία." Wiktionary, via Micwyn, micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B9%CF%86%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%AF%CE%B1. Accessed 7 Nov. 2026. ξιφασκία. (n.d.). In Wiktionary, via Micwyn. Retrieved November 7, 2026, from https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B9%CF%86%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%AF%CE%B1 "ξιφασκία." Wiktionary, via Micwyn. Accessed November 7, 2026. https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B9%CF%86%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%AF%CE%B1.Cite this
@misc{micwyn_2026,
title = {ξιφασκία},
howpublished = {Wiktionary, via Micwyn},
year = {2026},
url = {https://micwyn.com/word/el/%CE%BE%CE%B9%CF%86%CE%B1%CF%83%CE%BA%CE%AF%CE%B1},
urldate = {2026-11-07}
}